~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
..................................................................... * σελίδες για την ζωή και το έργο του ποιητή της μελαγχολίας *
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σάββατο 21 Ιουλίου 2018

Μαρία Πολυδούρη, η Ελληνίδα ρομαντική ποιήτρια

Η ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ

Η Μαρία Πολυδούρη με τον Καρυωτάκη

 Τ ρεφόμαστε από την ιδέα των ρομαντικών ηρώων. Εμπνεόμαστε από εικόνες σαν αυτή της Σύλβια Πλαθ. Ένα σύμβολο ταλέντου, ομορφιάς και νεότητας. Έτσι, υπάρχει πάντα αυτή η επικίνδυνη, τραγική παρεξήγηση: Να βλέπουμε τα έργα τους σαν μια προετοιμασία για το τέλος, ή σαν μέρος του δραματικού τους τέλους. Μια τέτοια ρομαντική ηρωίδα του 20ου αιώνα είναι η Μαρία Πολυδούρη. 


Η Ελληνίδα ρομαντική ποιήτρια. Αλλά και μια μορφή της μεσοπολεμικής αβάν-γκαρντ. Διανοούμενη που την κυβερνά το ένστικτο. Περισσότερο γνωστή για την ερωτική της σχέση με τον Καρυωτάκη και λιγότερο –σε πολλούς και για πολλά χρόνια- για την ποίησή της. Την οποία πάλι σε συνάρτηση με τον ιδιοφυή ποιητή κοιτάζουμε συνήθως. Και σε σύγκριση με τη δική του θα τολμούσα να πω.Η Πολυδούρη δεν ήταν μια περίπτωση μελαγχολικού ατόμου.
 Αντιθέτως. Κινήθηκε και συμπεριφέρθηκε με φλόγα και ορμή σε όλη της τη ζωή. Ας γυρίσουμε πίσω στα 1920. Η Πολυδούρη είναι 18 ετών. Χάνει τον πατέρα της και τη μητέρα της μέσα σε έξι μήνες. Τον ίδιο χρόνο γράφεται στη Νομική και μετατίθεται από την Νομαρχία Μεσσηνίας στην Νομαρχία Αττικής. Να σημειώσουμε ότι το 1928 (οκτώ χρόνια αργότερα) το ποσοστό των αναλφαβήτων ανδρών στην Ελλάδα είναι 36,23% και των γυναικών 64,04%. Ένα χρόνο αργότερα εγκαθίσταται σε ένα σπίτι στα Εξάρχεια, στην οδό Μεθώνης. Στην ίδια γειτονιά των μποέμ και των ποιητών της εποχής. Του Λαπαθιώτη και του Καρυωτάκη. Σε αντίθεση με τις περισσότερες εικοσάχρονες της εποχής της, η Πολυδούρη είναι ελεύθερη. Δε την δεσμεύει καμία κοινωνική σύμβαση προερχόμενη από το οικογενειακό περιβάλλον. Εδώ αρχίζει και η μοναχική της πορεία. «Να εργάζεσαι σαν το χειρότερο εργάτη, να μελετάς, να αξιούν να είσαι ευπαρουσίαστος και να περνάς μισό μήνα μ' ένα δεκάρικο! 
Κι εκείνο δανειστό», γράφει στο ημερολόγιό της. Εργάζεται, σπουδάζει, διασκεδάζει, φλερτάρει, ξενυχτάει. Χορεύει καταπληκτικά. Οι νεαροί γύρω της συνωστίζονται ασταμάτητα. Καπνίζει. Γράφει ποίηση αντί να κεντάει. Συμπαθεί τους μπολσεβίκους. Μεταφράζει τους καταραμένους γάλλους ποιητές. Είναι μια γυναίκα που πιστεύει στην απόλυτη ελευθερία του ατόμου και στην ισότητα των φύλων . Αυτό δεν είναι προφίλ μιας νέας κοπέλας της εποχής. 
Είναι μια γυναίκα ελευθερίων ηθών. Αυτή είναι η εικόνα. Ο έρωτάς της για τον Καρυωτάκη, έναν ήδη φτασμένο ποιητή και η ομολογία αυτής της σχέσης είναι ένα θέμα συζήτησης στα σαλόνια. Μη ξεχνιόμαστε. Η Αθήνα είναι ένα μικρό χωριό που ζει τις ημέρες μετά την κατάρρευση της εθνικής ιδέας, προσπαθώντας να προσαρμοστεί στα γαλλικά έθιμα που επιθυμεί να έχει, παράλληλα με τη υποδοχή των προσφύγων. Η Πολυδούρη ζει μια ζωή σχεδόν μυθιστορηματική σε φαστ φόργουορντ. Η πυκνότητα των κινήσεών της είναι ασύλληπτη. 
Η Πολυδούρη βασανίζεται. Από τον ανολοκλήρωτο έρωτα για τον Καρυωτάκη, από το σύντομο ειδύλλιό τους, από το αδιέξοδο που της δημιουργεί η σχέση τους. Ασφυκτιά στο δημοσιοϋπαλληλικό περιβάλλον, κάποια στιγμή απολύεται. Αρρωσταίνει από αδενοπάθεια και ίσως αυτό είναι το καμπανάκι για την φυματίωση. Νοιώθει απογοήτευση και η συμπεριφορά της εμφανίζει μεγάλες μεταπτώσεις. Αποφασίζει να ασχοληθεί με το θέατρο, γράφει πεζά κατά κύριο λόγο, αρραβωνιάζεται αυτόν που την έχει διεκδικήσει περισσότερο από τους άλλους και αιφνίδια στα τέλη του 1926 διαλύει τον αρραβώνα της και φεύγει για το Παρίσι. Μέσα σε οκτώ μόνο χρόνια αυτή η εκπληκτικής ακτινοβολίας και ομορφιάς πιτσιρίκα, ποιήτρια, λογοτέχνης, φεμινίστρια, ερωμένη, ερωτευμένη, με ευαίσθητη υγεία, ατίθαση, υπερήφανη, πασίγνωστη είναι μια καταραμένη περίπτωση. Έχει μεταφράσει στα 15 της Σαπφώ. 
Ποιητική φύση μεν, αλλά κοινωνικά μη αποδεκτή. Επιστρέφει από το Παρίσι με φυματίωση, άφραγκη, ταπεινωμένη, το 1928. Εισάγεται στη Σωτηρία. Εκεί την επισκέπτεται ο Καρυωτάκης, πριν ξεκινήσει για την Πρέβεζα. Ο Καρυωτάκης αυτοκτονεί τον Ιούλιο του 28. Η αυτοκτονία του την απελπίζει. Αν σήμερα, ακόμα, συζητάμε για τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή την πράξη τον ποιητή, σκεφθείτε αυτή τη νέα ερωτευμένη μαζί του γυναίκα, τη μόνη που γνώριζε το μυστικό της ασθένειάς του. 

Στη Σωτηρία τον πρώτο καιρό επιχειρεί να συνεχίσει τη ζωή της, βγαίνει από το νοσοκομείο, πίνει, καπνίζει και ξενυχτάει. Γράφει ασταμάτητα. Εγχειρίζεται και επιδεινώνεται η υγεία της. Ενώ βρίσκεται σε τραγική κατάσταση εκδίδεται και η πρώτη και η δεύτερη ποιητική της συλλογή «Οι τρίλιες που σβήνουν» και η «Ηχώ στο χάος». Οι περιγραφές για την παραμονή της στη «Σωτηρία» είναι εξωφρενικές. 
Αρκεί να διαβάσετε τις λεπτομέρειες τη μελέτη της Χριστίνας Ντουνιά «Μαρία Πολυδούρη ή τα ρόδα του αίματος» , στο επίμετρο του βιβλίου που κυκλοφόρησε από την Εστία «Μαρία Πολυδούρη-Τα ποιήματα». Παρόλο τον κίνδυνο μιας ασθένειας μολυσματικής, κολλητικής, η παραμονή της στο νοσοκομείο είναι ένα αξιοθέατο. 
Οι νέοι ποιητές της εποχής της την έχουν αποθεώσει. Γίνεται ένα κοσμικό προσκύνημα στο καμαράκι της. Ποιητές, περίεργοι, θαυμαστές, την κοιτάζουν από τη μισάνοιχτη πόρτα. Οι κύκλοι οι οποίοι την υπερασπίζονται στα δύσκολα χρόνια της «Σωτηρίας», η σοσιαλίστρια και φεμινίστρια Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Γ. Κοτζιούλας, ο Κ. Παπαδάκης, ο Π. Κριναίος, ο Μίνως Ζώτος και άλλοι νεαροί ποιητές, γίνονται έξαλλοι με αυτές τις εκδηλώσεις που λίγο ως πολύ είναι υποκριτικές Είναι βέβαιον ότι η ζωή της Πολυδούρη θα μπορούσε να παραταθεί αν υπήρχαν χρήματα, αν είχε μια καλύτερη περίθαλψη, αν είχε καλύτερη τροφή και τα ακριβά φάρμακα της εποχής. Υπήρχε και η κοινωνική αντίληψη που έλεγε ότι η Πολυδούρη ήταν μια κοπέλα που δεν πρόσεχε. 
Τα έπαθε, επειδή ζούσε μια έκλυτη ζωή, σχεδόν της άξιζε. Εκεί καταλαβαίνει κανείς το πόσο απροστάτευτη είναι. Και πόσο μόνη. Δεν υπήρχε στην περίπτωσή της ένας ισχυρός ιστός προστασίας, ούτε οικογένεια, ούτε συγγενείς. Τα αδέρφια της μόνο, νεαρά παιδιά και αυτά. 
~~~~~~~~~~
Γίνεται ένα κοσμικό προσκύνημα στο καμαράκι της. Ποιητές, περίεργοι, θαυμαστές, την κοιτάζουν από τη μισάνοιχτη πόρτα. Οι κύκλοι οι οποίοι την υπερασπίζονται στα δύσκολα χρόνια της «Σωτηρίας», γίνονται έξαλλοι με αυτές τις εκδηλώσεις που λίγο ως πολύ είναι υποκριτικές
~~~~~~~~~~

Οι πληροφορίες γύρω από το πρόσωπό της αγγίζουν την κίτρινη δημοσιογραφία. «Έκανε κάθε λογής καταχρήσεις. Έπινε, γλεντούσε, χόρευε μέχρι το πρωί, αλητόφερνε. Εκεί σε ένα κρεβάτι της τρίτης θέσης δεχόταν τις επισκέψεις του Καρυωτάκη και όταν αυτός αυτοκτόνησε και άλλων φίλων της». 
« Η φθισική ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη που πεθαίνει τρελή στη Σωτηρία». «Μια ζωή που σβήνει σε λουλούδια και στίχους. Δάκρυα, εξάψεις και λυγμοί». Ενα σωρό αδιάκριτες παρεμβάσεις και συγκινητικές πληροφορίες μαζί με άλλες πιο βρώμικες. «Της δίνουν ηρωΐνη και άλλα δηλητήρια». Στον «Ημερήσιο Τύπο», τα νέα της από το Σωτηρία, βρίσκονται ακριβώς πλάι στα σχόλια για την κοσμική κίνηση. «Γιατί τι ενδιαφέρον θέλεις να έχει για μένα η κρίση του ενός και του άλλου εφημεριδομπακάλη ή αριστοκράτη των γραμμάτων που δεν έχει καμία θέση στην καρδιά μου;» γράφει σε μια επιστολή της στον φίλο της Γ. Χονδρογιάννη. 
Οι πλούσιοι της εποχής και οι σνομπ αγαπούσαν την «εκκεντρικά ποιοτική» φιγούρα της αλλά όχι την ίδια. Ο στενός της κύκλος δεν είχε εύπορους. Οι πλούσιοι δεν είχαν λόγο να βάλουν το χέρι στην τσέπη. Υπήρχε για αρκετά χρόνια ο μύθος πως τάχα ο Σικελιανός, ο οποίος είχε πολλά χρήματα, φρόντισε για τη μεταφορά της, λίγο πριν το τέλος σε ιδιωτικό θεραπευτήριο. Δεν είναι αληθές. Για τη μεταφορά της φρόντισε ο πρώην αρραβωνιαστικός της σε απόλυτη μυστικότητα. 
Και αυτό γιατί λίγο πριν, ο επίσης πλούσιος ποιητής Κώστας Ουράνης έκανε μια άκομψη κίνηση δημοσιεύοντας στο «Ελεύθερο Βήμα» μια έκκληση προς τους ανθρώπους του πνεύματος «να μην αφήσουν τη νέα ποιήτρια να χαθεί και να φροντίσουν για τη μεταφορά της στο φθισιατρείο της Πάρνηθας». Χοντράδα. 
Ο Ουράνης μπορούσε και αλλιώς. Όταν έφτασαν τα νέα στην Πολυδούρη εξοργίστηκε. Απαγορεύει τη διενέργεια οποιουδήποτε εράνου. Η Μαρία Πολυδούρη πέθανε τόσο νωρίς επειδή ήταν φτωχή. Πρώτα η φτώχεια και μετά η φυματίωση. Κανείς δε θα μάθει ποτέ αν είχε το τέλος σαν σκοπό. Έβλεπε το τέλος και πήγαινε τρέχοντας προς αυτή την κατεύθυνση. 
Η ασθένειά της ήταν δυστυχώς, ο κινητήριος μοχλός της τόσο πυρετικής της δημιουργίας. Σήμερα, 84 χρόνια μετά από το θάνατό της, μπορούμε να σκύψουμε καθαρά επάνω στο έργο της, το οποίο είναι σαφώς συνδεδεμένο με τη ζωή της και την αγέραστη προσωπικότητά της και σαφώς ανώτερο από αυτήν.

Εκδρομή με τον Χριστόφορο Σπυρόπουλο (αριστερά), στους κήπους της Σωτηρίας (δεξιά) 

~~~~~~~~~~~~

Η ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ 


Συνέντευξη με την Χριστίνα Ντουνιά, επιμελήτρια της πρόσφατης έκδοσης των ποιημάτων της και μελετήτρια του έργου της 

Για την Μαρία Πολυδούρη, το ποιητικό της έργο και το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο της εποχής, μιλήσαμε με την Χριστίνα Ντουνιά, επιμελήτρια της πρόσφατης έκδοσης των ποιημάτων της και μελετήτρια του έργου της. Η Χ. Ντουνιά, αναπληρώτρια καθηγήτρια της νεοελληνικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών και συγγραφέας, είναι γνωστή από τα βιβλία της για τη λογοτεχνία του Μεσοπόλεμο. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ασχολείται με την Πολυδούρη, αφού επιμελήθηκε και έγραψε εισαγωγή και χρονολόγιο στο ανθολόγιο-Ημερολόγιο2005, Μαρία Πολυδούρη. 
Μόνο γιατί μ΄αγάπησες. Από την εποχή αυτή , όπως η ίδια μας έχει πει, ασχολείται με την έρευνα και τη μελέτη πάνω στο έργο και τη ζωή μιας εμβληματικής μορφής του μεσοπολέμου και όχι μόνον. «Στην Πολυδούρη είναι η αλήθεια ότι έφτασα μέσω του Καρυωτάκη. Στα νιάτα μου με γοήτευε η προσωπικότητα της ποιήτριας, ή μάλλον ο μύθος της, έτσι όπως αναδυόταν μέσα από την αφήγηση της Λιλής Ζωγράφου. Η Ζωγράφου την αγαπούσε πολύ, την ανέδειξε ως σύμβολο επαναστατημένης γυναίκας, αλλά την υποτίμησε ως ποιήτρια. Θεωρεί ότι τα ποιήματά της είναι ξεπερασμένα και κατώτερα των δυνατοτήτων της. Είναι μια άποψη που επηρεάζει τον τρόπο που βλέπουμε την Πολυδούρη. Ακόμα και στις μέρες μας διαβάζουμε κυρίως για τη ζωή και την προσωπικότητα της, λιγότερο για την ποίησή της και καθόλου για την πεζογραφία της. Ακόμα και όσοι τη συμπαθούν, ουσιαστικά γνωρίζουν πολύ λίγα ποιήματά της», λέει η Χριστίνα Ντουνιά.  
 Η μελετήτρια της Πολυδούρη και επιμελήτρια των δύο πρόσφατων βιβλίων της "Ποιήματα" και "Ρομάντσο" Χριστίνα Ντουνιά Στη δεκαετία του '20, τι συμβαίνει σε επίπεδο λογοτεχνικό; Την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζει η γενιά της Πολυδούρη περιγράφει ο Άγγελος Τερζάκης στο εμπνευσμένο του δοκίμιο «Ο ματωμένος λυρισμός» που έγραψε μόλις κυκλοφόρησε η πρώτη έκδοση των Απάντων της: «ποίηση, κοινωνική επανάσταση, έρωτας, μπερδεύονταν στο μυαλό μας, έκαναν την περπατησιά μας ζαλισμένη και σαν υπνοβατική». 
Είναι μια εποχή που διαπνέεται από μια έντονη διάθεση αμφισβήτησης των κοινωνικών συμβάσεων: οι μαρξιστικές εκδόσεις πολλαπλασιάζονται, η ποίηση του Καβάφη κερδίζει την αθηναϊκή νεολαία, ο Λαπαθιώτης δεν κρύβει την ομοφυλοφυλία του δηλώνοντας ταυτόχρονα οπαδός του κομμουνιστικού οράματος, η Πολυδούρη κάνει πράξη τις ιδέες του φεμινιστικού κινήματος και ο Καρυωτάκης γράφει τις ανατρεπτικές του σάτιρες. 
Ποιοι άλλοι ποιητές εκφράζονται μέσα στα πλαίσια αυτής της δεκαετίας; Μνημονεύω πρόχειρα: Ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Ιωσήφ Ραφτόπουλος, ο Τέλλος Άγρας, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Κλέων Παράσχος, ο Μήτσος Παπανικολάου, ο Γιάννης Χονδρογιάννης, η Ρίτα Μπούμη, αλλά και οι μεγαλύτεροι που επηρεάστηκαν από τις ιδέες της Decadence, ή της Παρακμής, όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά, αυτή η τάση αμφισβήτησης των παραδοσιακών αξιών στην ζωή και στην τέχνη: ο Ρώμος Φιλύρας, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Κώστας Ουράνης ο Νίκος Βέλμος, ακόμα και ο Κώστας Βάρναλης.
 Επίσης κάποιοι πολύ νεότεροι, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Αλέξανδρος Μπάρας και ο Νίκος Καββαδίας. Και πολλοί άλλοι ξεχασμένοι πια σήμερα. Γιατί πολλοί ποιητές της γενιάς της Πολυδούρη χάθηκαν στη συνέχεια; Πράγματι μια ματιά στο ληξιαρχείο αυτής της παρέας είναι αποκαλυπτικό: πολλοί πέθαναν νέοι, από τη φυματίωση, την καταπόνηση του οργανισμού τους από την πείνα, τα ξενύχτια ή τα ναρκωτικά, κάποιοι αυτοκτόνησαν και άλλοι σώπασαν νικημένοι από τη βιοπάλη. Χαμένοι μέσα σε πλάγιους δρόμους κοινωνικής αμφισβήτησης οι νέοι αυτοί ταύτισαν τη ζωή τους με την τέχνη και αφού η πραγματικότητα τους ήταν απωθητική πήραν συχνά μονοπάτια επικίνδυνα. Όπως έχω γράψει στο βιβλίο μου Λογοτεχνία και πολιτική στον Μεσοπόλεμο, το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. 
Η «μπωντλερική έλξη του μπολσεβικισμού» χαρακτηρίζει τις εκδηλώσεις των νέων στην Ευρώπη, μετά την ρωσική επανάσταση του 1917. Η καταστροφή του 1922, με ό,τι ακολούθησε στην Ελλάδα εντείνει αυτή την διάθεση που κινείται ανάμεσα στην απογοήτευση, τη διάθεση φυγής και την εξέγερση, ατομική και συλλογική. Αυτό έχει να κάνει με κάποιο ευρωπαϊκό ρεύμα; 
Όπως ήδη είπαμε φτάνει και εδώ καθυστερημένο το κίνημα της ευρωπαϊκής Ντεκαντάνς και οι συνήθειες της γαλλικής μποεμίας, παροξυμένα όμως από τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν μετά τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Οι νέοι θεωρούν ότι οι θεσμοί βρίσκονται σε κρίση, η αστική τάξη καταρρέει, οι αξίες, οτιδήποτε έχει να κάνει με τους ηθικούς κανόνες αμφισβητούνται και το μόνο που μένει όρθιο είναι η τέχνη. Επιζητούν εμπειρίες ακραίες και έντονες, έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις. 
Πιστεύουν, όπως και ο Καβάφης, ότι η μυητική διαδικασία για τον καλλιτέχνη, όταν είναι νέος, περνά μέσα από την εμπειρία «της ηδονικής κλίσης που φέρνει στο δρόμο της κατάχρησης». Ή για να θυμηθούμε τα λόγια του Ρεμπώ, στην ωραία μετάφραση του Στρατή Πασχάλη, «ο ποιητής γίνεται αυτός που βλέπει σε ένα ηρωικό, μακρόχρονο και λελογισμένο παραστράτημα των αισθήσεων όλων. Κάθε μορφή έρωτα, οδύνης, τρέλας, -ψάχνει τον εαυτό του, ξοδεύει σπάταλα μέσα του όλα τα δηλητήρια...» 
Η Πολυδούρη βρίσκεται μέσα σε όλα αυτά; Μέσα σε αυτό το κλίμα ιδεών μεγαλώνει ορφανή και απόλυτα ελεύθερη η Πολυδούρη. Δεν της ταιριάζει η δημοσιοϋπαλληλία και ουσιαστικά προκαλεί την απόλυσή της από την υπηρεσία παρόλο που δεν έχει οικονομική στήριξη από κανέναν. Φεύγει για το Παρίσι με ελάχιστα χρήματα. Ο Καρυωτάκης παρόλο που το σκέπτεται συνεχώς, ποτέ δεν το τόλμησε ζώντας μονίμως σε μια εσωτερική συγκρουσιακή κατάσταση που τελικά τον οδήγησε στην αυτοκτονία. Τι διαβάζουν εκείνη την εποχή, η Πολυδούρη και η παρέα της; Αν περιοριστούμε στην ποίηση πολύ δημοφιλείς είναι οι γαλλόφωνοι συμβολιστές και οι ντεκαντάν, καθώς και οι φαντεζίστ, που ουσιαστικά είναι παρακλάδι τους. 
Δημοφιλέστερος μακράν ο Μπωντλαίρ, αλλά και ο Βερλαίν, ο ελληνικής καταγωγής Ζαν Μορεάς, ο Βέλγος Μαίτερλιγκ, για να μείνουμε στους πιο γνωστούς. Όπως επίσης και ο Έντγαρ Άλαν Πόε, που τον γνωρίζουν κυρίως μέσα από τις μεταφράσεις του Μπωντλαίρ και του Μαλλαρμέ. Όλοι γνωρίζουν γαλλικά, η Πολυδούρη και ο Καρυωτάκης έχουν αλληλογραφία στα γαλλικά, με άλλους αλλά και μεταξύ τους. Βέβαια, ενώ ο Καρυωτάκης κυρίως επικοινωνεί με την ευρωπαϊκή ποίηση, η Πολυδούρη μένει πιο κοντά στην ελληνική ποιητική παράδοση, κυρίως στο σολωμικό παράδειγμα. Σε αυτό την οδηγεί και η λυρική της στόφα, αλλά και η ιδιαίτερη σχέση με τη φύση και το δημοτικό τραγούδι, στοιχεία συνδεδεμένα με τα παιδικά και εφηβικά της βιώματα. Η Πολυδούρη επιχείρησε να γίνει και ηθοποιός; Σπούδασε θέατρο με δασκάλους τον Φώτο Πολίτη και τη Μαρίκα Κοτοπούλη, σύμφωνα με τη μαρτυρία της αδελφής της Βιργινίας. Οι πληροφορίες της αδελφής της για τη σχολή αυτή είναι συγκεχυμένες. Σώζονται λίγες φωτογραφίες από μια εκδρομή με τη Σχολή θεάτρου,αλλά δεν έχω μπορέσει ακόμα να αναγνωρίσω κάποιον από την παρέα της. Και πάλι σύμφωνα με μαρτυρίες έπαιξε σε μια θεατρική παράσταση. Η Πολυδούρη είχε εντυπωσιακά ωραία φωνή και χόρευε καταπληκτικά. Ήταν μια φύση απόλυτα καλλιτεχνική και αυτό δείχνει η διάθεσή της να εκφραστεί με κάθε θυσία. Είναι παρορμητική στην ποίησή της; 
Δεν θα την έλεγα ακριβώς παρορμητική. Είναι παρορμητική στη ζωή της, αλλά στην ποίησή της είναι εξομολογητική και αναστοχαστική. Παρόλο που είναι τόσο νέα, λειτουργεί λίγο σαν τον Καβάφη. Όταν γράφει ποιήματα στη Σωτηρία αναφέρεται σε γεγονότα μιας ζωής που έχει γίνει ήδη παρελθόν. Είναι τόσο νέα αλλά και τόσο σημαδεμένη από μια εντυπωσιακή πύκνωση εμπειριών σε λίγο χρόνο. Η Πολυδούρη γράφει, σαν έτοιμη από καιρό, αντιμετωπίζοντας το ενδεχόμενο του θανάτου της με φιλοσοφική εγκαρτέρηση. 'Εχουμε βρει όλα της τα ποιήματα; Το παράδοξο είναι ότι ακόμα και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια έρευνας βρίσκω και νέα κείμενα της Πολυδούρη. Πρόσφατα, ο γιος κάποιου φίλου της μου παρέδωσε μερικά ποιήματα και μάλιστα πέντε είναι άγνωστα. Η Πολυδούρη είχε πολλούς φίλους, κυρίως νέους και ερωτευμένους μαζί της, στους οποίους έδινε κείμενά της. Άλλωστε έγραφε συνεχώς. Γράμματα, ποιήματα, ημερολόγια, πεζά. Αρκετά σώθηκαν, άλλα λανθάνουν ίσως και κάποια καταστράφηκαν οριστικά. Ξέρουμε ότι ορισμένα κάηκαν με δική της παρότρυνση λίγο πριν το τέλος, και άλλα καταστράφηκαν αμέσως μετά το θάνατό της: ήταν τα χαρτιά μιας φυματικής. Κάποια στιγμή γράφει μόνο πεζά, δεν είναι έτσι; Στην αρχή έγραφε κυρίως ποιήματα και κρατούσε ημερολόγιο. Μετά αποφασίζει να γίνει πεζογράφος. Ίσως νοιώθει ένα δέος απέναντι στον Καρυωτάκη, σίγουρα θέλει κάτι να του δείξει με αυτόν τον τρόπο. Και γράφει ένα μυθιστόρημα που στέλνει για έκδοση το Φθινόπωρο του 1926. 
Και όταν επιστρέφει από το Παρίσι φυματική στη «Σωτηρία» πάλι με πεζό καταπιάνεται. Ξεκινά ένα αυτοβιογράφημα που παραμένει μισοτελειωμένο. Ουσιαστικά οι δυο ποιητικές συλλογές της γράφηκαν μέσα σε ενάμισι χρόνο. Για να γίνεις μυθιστοριογράφος, θες να έχεις άνεση χρόνου. Αυτό που λείπει στη Πολυδούρη πιο πολύ και από τα χρήματα, είναι ο χρόνος. Γιαυτό τελικά αφιερώνεται αποκλειστικά στην ποίηση, γιατί μόνο με πύκνωση και αφαίρεση θα μπορούσε να εκφράσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Ήξερε ότι δεν έχει χρόνο. Η δεν ήθελε να έχει χρόνο. Ειδικά μετά το θάνατο του Καρυωτάκη.

____________
Πηγή: www.lifo.gr

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, Χαρά (Νηπενθή), 1921

 Panos Eliopoulos
ΤΡΙΠΟΛΗ

      ΠΟΙΗΣΗ       

"Καὶ δίπλα ποὺ ξαπλώσαμε δῶ χάμου,
τὴν ψυχούλα τους στάζουν ἄγρια κρίνα
.....................................................
Πιὰ δὲν πονῶ μηδὲ τὴν ἀνεμώνη,
στῆ γῆς ἡ ἐρωτοπάλη ποὺ τὴ λειώνει,
καθὼς ὁρμάω γιὰ νὰ σοῦ πιῶ τὰ χείλη".

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, Χαρά (Νηπενθή), 1921.

~~~~~~~~~~~~
ΣΧΟΛΙΟ
Panos Eliopoulos Παναγιώτη μου, σε ευχαριστώ. Είναι μεγάλα τα χρέη που οφείλει ακόμα η ποίηση στον Καρυωτάκη. Όπως και η γλώσσα. Και ενώ διαβάζεται, δεν διαβάζεται με όλη μας την προσοχή. Δες επί παραδείγματι αυτό το ποίημα, που το ονομάζει "χαρά" (Ρόδο αιμάτινο, η χαρά), αντιστοιχώντας το σε μια εικόνα που κάθε άλλος, λιγότερο σπουδαίος αλλά και περισσότερο βιαστικός ποιητής, θα ονόμαζε "πόθο" ή "πάθος" ή κάτι παρόμοιο. Χαρά. Δεν είναι φοβερός ο Καρυωτάκης, λοιπόν, ακόμα και στην πιο μικρή λέξη;

Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2017

Μαρία Πολυδούρη για τον Κώστα Καρυωτάκη: "Ένας πραγματικός άνθρωπος” μου είπε "δεν είναι υποχρεωτικά και ήρωας. Εγώ αγάπησα έναν ποιητή

Dionisis Vitsos

«Ένα απόγευμα, τον παρασέρνει [η Μαρία Πολυδούρη τον Κώστα Καρυωτάκη] να πάνε περίπατο, ως το Φάληρο. Έξω από τον Αϊ-Σώστη, τους παίρνει το μάτι ενός χωροφύλακα να περπατούν αγκαλιασμένοι. 
"Αυτό, τα χρόνια εκείνα", μου εξηγεί ο Σακελλαριάδης [φίλος του Κ. Καρυωτάκη], 'ήταν προσβολή της δημοσίας αιδούς. Το Τμήμα Ηθών επαγρυπνούσε και αλίμονο σ’ όποιο ζευγάρι συλλαμβανόταν χωρίς να κρατά μαζί του το... πιστοποιητικό του γάμου του'. 
Ο χωροφύλακας τους κάλεσε να τον ακολουθήσουν στο Τμήμα. Ο Καρυωτάκης πάνιασε και ισχυρίστηκε πως έπρεπε να πάρουν ένα μόνιππο, γιατί ήταν πολύ μακριά. Ο χωροφύλακας δέχτηκε. Κάθισε αυτός δίπλα στον αμαξά και το ζευγάρι πίσω. 
"Χαθήκαμε”, ψιθυρίζει στη Μαρία, μόλις το μόνιππο ξεκίνησε. 
"Και τι να κάνουμε;” τον ρωτά εκείνη.
Αλλά βλέπει το κατάχλωμο πρόσωπό του και τα γεμάτα πανικό μάτια του και του λέει αποφασιστικά 
"Τότε άντε, πήδα”. 
Κάποια στιγμή που το αμάξι σιγάνεψε, ο Καρυωτάκης πήδηξε και την άφησε μόνη. 
Ο χωροφύλακας άφρισε από το κακό του σαν φτάσανε στο Τμήμα και διαπίστωσε πως μετέφερε μόνο εκείνη».
'Και τι της έκαναν;' ρωτώ τον Σακελλαριάδη.
'Δεν μπορούσαν να της κάνουν τίποτα. Εξάλλου κείνη είχε τον τρόπο της να τους φέρνει όλους καπάκι. Το περίεργο είναι -συνέχισε ο Σακελλαριάδης- πως όχι μόνο δεν κατάλαβε πόσο εξευτελιστική ήταν η συμπεριφορά του, αλλά τον δικαιολογούσε κιόλας, όταν μου διηγήθηκε το επεισόδιο. 
"Ένας πραγματικός άνθρωπος” μου είπε "δεν είναι υποχρεωτικά και ήρωας. Εγώ αγάπησα έναν ποιητή. Αν ήθελα ηρωισμούς, θα ερωτευόμουνα τον Ανδρούτσο”».

ΛΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ: ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ-ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ και η αρχή της αμφισβήτησης, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ 1996
~~~~~

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (1896-1928), Σπουδαίος ποιητής και πεζογράφος. Θεωρείται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. 
Σπούδασε νομικά, άσκησε για λίγο το επάγγελμα του δικηγόρου και στη συνέχεια άρχισε να εργάζεται στο δημόσιο. Αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα.
~~~~~
ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ (1902-1930), Ποιήτρια της Νεορομαντικής Σχολής, του κλίματος του ανικανοποίητου και της παρακμής. 
Κόρη της πρώιμης φεμινίστριας Μαρίας Μαρκάτου από την Κεφαλλονιά. Ως εργαζόμενη στη Νομαρχία Αθηνών -ενώ παράλληλα ήταν φοιτήτρια της Νομικής- γνώρισε τον Ιανουάριο του 1922 τον συνάδελφό της Κώστα Καρυωτάκη. Η Μαρία ήταν τότε 20 ετών, ενώ ο Καρυωτάκης 26. Ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλος, εν τούτοις ο Καρυωτάκης δεν εγκατέλειψε τον ήδη δεσμό του με την Άννα Σκορδίλη.
Σύντομα, το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης ανακάλυψε ότι έπασχε από σύφιλη. Της ζήτησε να χωρίσουν, αλλά εκείνη του αντιπρότεινε να παντρεφτούν, αλλά να μην κάνουν παιδιά. Ο ίδιος δεν δέχθηκε τη θυσία της. 
Το 1925 η Πολυδούρη αρραβωνιάστηκε τον ωραίο και πλούσιο δικηγόρο Αριστοτέλη Γεωργίου, ενώ αγαπούσε πάντα τον Καρυωτάκη. Απολύθηκε από τη Νομαρχία, σταμάτησε τη Νομική, διάλυσε τον αρραβώνα της, γράφτηκε σε δραματική και έπαιξε σε ένα θεατρικό έργο. 
Το 1926 έφυγε για το Παρίσι όπου σπούδασε μοδίστρα. Προσβλήθηκε από φυματίωση, επέστρεψε στην Αθήνα, όπου στο νοσοκομείο "Σωτηρία" την επισκέφτηκε το 1928 ο Καρυωτάκης. Εκεί και πέθανε από φυματίωση.

Τρίτη 29 Αυγούστου 2017

Άπαντα Καρυωτάκη Ποιήματα και Πεζά

Άπαντα Καρυωτάκη

Άπαντα Καρυωτάκη
(Ποιήματα και πεζά)

Ο Κωνσταντίνος Καρυωτάκης γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1896 στην Τρίπολη. Ο πατέρας του ήταν νομομηχανικός κι έτσι στα παιδικά του χρόνια αναγκάστηκε να αλλάζει συνέχεια τόπο διαμονής. Πέρασε από το Αργοστόλι, τη Λευκάδα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, την Αθήνα, μέχρι και από τα Χανιά. Από το 1912 δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα παιδικά περιοδικά. Αφού πήρε το δίπλωμα της Νομικής Σχολής των Αθηνών, διορίστηκε υπάλληλος στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης. Η ελεύθερη φύση του δεν μπορούσε να δεχθεί την γραφειοκρατία της κρατικής μηχανής, την όποια και καυτηριάζει όποτε μπορεί (χαρακτηριστικό το πεζό: ΚΑΘΑΡΣΙΣ). Γι’ αυτό και μετατέθηκε πολλές φορές διωκόμενος από ανωτέρους του. Στη διάρκεια αυτών των μεταθέσεων γνωρίζει την ανία και τη μιζέρια της επαρχίας, πράγμα που τον στιγματίζει.
Το τελευταίο σημείωμα του Καρυωτάκη:
Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό.
Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά.
Ήμουν άρρωστος.
Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
Κ.Γ.Κ.
[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Κ.Γ.Κ.
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Καρυωτάκης
Μέγεθος: 154 σελ. / 769 Kb
Μορφή: Pdf Online


Άπαντα Καρυωτάκη Ποιήματα και Πεζά
πατήστε  στον παρακάτω σύνδεσμο για να διαβάσετε τα ποιήματα και τα πεζά του ποιητή:

 http://www.ebooks4greeks.gr/%CE%AC%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CF%85%CF%89%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B7

Κυριακή 13 Αυγούστου 2017

Κώστας Καρυωτάκης – Μαρία Πολυδούρη. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας, που «σκότωσε» και τους δύο ποιητές του Μεσοπολέμου

  Κ. Καρυωτάκης - Μ. Πολυδούρη  


Ο Κώστας Καρυωτάκης και η Μαρία Πολυδούρη ήταν δύο ποιητές της γενιάς του 1920, που ερωτεύθηκαν και αγαπήθηκαν πολύ, αλλά δεν κατάφεραν να βρουν την ευτυχία μέσα από τον έρωτά τους. Βρήκαν και οι δύο τραγικό θάνατο σε νεαρή ηλικία. Γνωρίστηκαν τον Δεκέμβριο του 1921 στη Νομαρχία Αθηνών, όπου εργάζονταν ως δημόσιοι υπάλληλοι. Ανάμεσά τους αναπτύχθηκε ένα έντονο ερωτικό συναίσθημα. 


Ο Καρυωτάκης ήταν ένας μελαγχολικός νέος, που δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τον εαυτό του και είχε πολλές ανασφάλειες. Ζούσε ήσυχα και παράλληλα με το επάγγελμά του, έγραφε ποιήματα. Αντίθετα, η Πολυδούρη ήταν μια χειραφετημένη νεαρή, με φεμινιστικές ιδέες, που ζούσε μια προκλητική ζωή για την εποχή. Έκανε παρέα με άντρες, πράγμα απαράδεκτο για μια κοπέλα της γενιάς της και συμμετείχε στις συζητήσεις τους σαν ίση. Η σκέψη και η ποίηση του Καρυωτάκη γοήτευσε τη νεαρή ποιήτρια, ενώ εκείνος από την πλευρά του, ερωτεύτηκε την όμορφη κοπέλα με τα μαύρα μάτια και το εντυπωσιακό κορμί. Η σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους ήταν πολύ έντονη, αλλά ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Ο συνεσταλμένος νέος δεν μπορούσε να δεχτεί τον «προκλητικό» χαρακτήρα της αγαπημένης του. 
Η μποέμικη ζωή της Πολυδούρη κινδύνευε να στιγματίσει τον ποιητή στα μάτια του κόσμου. Η απελευθερωμένη κοπέλα, έφτασε σε σημείο να κάνει ακόμα και πρόταση γάμου στον Καρυωτάκη, πράγμα αδιανόητο για τα ήθη της τότε κοινωνίας. Ο ποιητής, αν και όπως φάνηκε από ποιήματά του, που είδαν αργότερα το φως της δημοσιότητας, αγαπούσε την Πολυδούρη, αρνήθηκε τον έρωτά της. Αρχικά χρησιμοποίησε σαν πρόσχημα την καχεκτική του εμφάνιση και όταν δέχτηκε την επίσημη πρόταση από την αγαπημένη του, δεν τόλμησε να την παντρευτεί, γιατί όπως της είπε, έπασχε από αφροδίσιο νόσημα. 
Η Πολυδούρη δεν τον πίστεψε και θεώρησε ότι ήταν μια δικαιολογία για να χωρίσουν. Το ποίημα του «Ωχρά Σπειροχαίτη» (το όνομα του μικροβίου που προκαλεί τη σύφιλη), είναι σύμφωνα με τους μελετητές του έργου του, η απόδειξη ότι ο ποιητής έπασχε από την ασθένεια. Παρά την αρνητική του απάντηση, ο Καρυωτάκης πρότεινε στην Πολυδούρη να συνεχίσουν τη φιλία τους. 
Εκείνη δέχτηκε, αλλά οι συναντήσεις τους μετά τον χωρισμό άρχισαν να αραιώνουν. Η κοπέλα πληγώθηκε πολύ και ένιωσε προδομένη και ταπεινωμένη. Αργότερα έφυγε για το Παρίσι, όπου συνέχισε την αντισυμβατική ζωή. Γυρνούσε στο σπίτι τα ξημερώματα και συναναστρεφόταν αντρικές παρέες. Ένα βράδυ τη βρήκαν πεσμένη σε ένα σοκάκι του Παρισιού. Διαγνώστηκε με φυματίωση και λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, στο τότε σανατόριο Σωτηρία. Τον Ιούλιο του 1928, η Πολυδούρη πληροφορήθηκε ένα τραγικό γεγονός. Ο αγαπημένος της Κώστας Καρυωτάκης είχε αυτοκτονήσει. 
Ο ποιητής είχε μετατεθεί στην Πρέβεζα, αλλά δεν είχε καταφέρει να βρει τη γαλήνη. Αυτοκτόνησε με πιστόλι σε μια παραλία του Αμβρακικού, αφήνοντας μόνο ένα σημείωμα. Στην τελευταία του εξομολόγηση ανέφερε ότι πριν δοκιμάσει το πιστόλι, είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει στη θάλασσα, αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί ήξερε καλό κολύμπι. Αν είχε παντρευτεί την αγαπημένη του, ίσως εκείνη κατάφερνε να διώξει το «κοράκι», αλλά αυτό δεν είναι παρά μια υπόθεση εργασίας. 
Όταν η Πολυδούρη έμαθε πως ο αγαπημένος της αυτοκτόνησε, κλονίσθηκε και η ήδη άσχημη κατάσταση της υγείας της, επιδεινώθηκε. Η άλλοτε δυναμική γυναίκα κατέρρευσε. Ο χρόνος και για εκείνη μέτραγε πια αντίστροφα. Στις 29 Απρίλιου του 1930, έφυγε από τη ζωή, με ενέσεις μορφίνης, που της προμήθευσε στο «Σωτηρία» ένας φίλος της.
Οι δυο νέοι άφησαν την τελευταία τους πνοή σε μικρή ηλικία. Η κλονισμένη τους υγεία θεωρήθηκε αποτέλεσμα του ανεκπλήρωτου έρωτά τους, κάτι που δεν αποδείχτηκε ποτέ. Μένουν μόνο τα ποιήματά τους, για να θυμίζουν τη μεγάλη τους αγάπη. 

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα 
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη 
‘μένα η ζωή πληρώθη. 
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα. 

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες 
έζησα, να πληθαίνω 
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες 
κι έτσι γλυκά πεθαίνω. 
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες... 
Μαρία Πολυδούρη... 


____________

Κώστας Καρυωτάκης 1896 – 1928

[ Τρίπολη 1896 – Πρέβεζα 1928 ]



Ποιητής και πεζογράφος, ίσως η σημαντικότερη λογοτεχνική φωνή, που ανέδειξε η γενιά του '20 και από τους πρώτους, που εισήγαγαν στοιχεία του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση. Επηρέασε πολλούς από τους κατοπινούς ποιητές (Σεφέρης,Ρίτσος, Βρεττάκος) και με την αυτοκτονία του δημιούργησε φιλολογική μόδα, τον Καρυωτακισμό, που πλημμύρισε τη νεοελληνική ποίηση.
Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και ήταν γιoς του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη από τη Συκιά Κορινθίας και της Κατήγκως Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Ήταν ο δευτερότοκος της οικογένειας. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του, τη Νίτσα, και έναν αδελφό μικρότερο, το Θάνο, που γεννήθηκε το 1899 και σταδιοδρόμησε ως τραπεζικός υπάλληλος.
Λόγω της εργασίας τού πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Έζησαν στη Λευκάδα, την Πάτρα, τη Λάρισα, την Καλαμάτα, το Αργοστόλι, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά, όπου έμειναν ως το 1913. Από τα εφηβικά του χρόνια δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά, ενώ το όνομά του αναφέρεται και σε διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Διάπλαση των Παίδων». Σε ηλικία 17 ετών ερωτεύεται την χανιώτισσα Άννα Σκορδύλη, μια σχέση που θα τον σημαδέψει.
Το 1917 αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με λίαν καλώς. Στην αρχή επιχείρησε να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου, ωστόσο η έλλειψη πελατείας τον ώθησε στην αναζήτηση θέσης δημοσίου υπαλλήλου. Διορίστηκε στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, ενώ μετά την οριστική απαλλαγή του από τον Ελληνικό Στρατό για λόγους υγείας, τοποθετήθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων οι νομαρχίες Σύρου, Άρτας και Αθήνας. Απεχθανόταν τη δουλειά του και δεν ανεχόταν την κρατική γραφειοκρατία, εξού και οι πολλές μεταθέσεις του.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του «Ο Πόνος των Ανθρώπων και των Πραγμάτων», δημοσιεύτηκε το Φεβρουάριο του 1919 και δεν έλαβε ιδιαίτερα θετικές κριτικές. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», η κυκλοφορία του οποίου όμως απαγορεύτηκε έπειτα από έξι τεύχη κυκλοφορίας. Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο «Νηπενθή», εκδόθηκε το 1921.
Την ίδια περίοδο συνδέθηκε με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αττικής, παρόλο που δεν είχε ξεχάσει την πρώτη αγάπη, την Άννα Σκοδρύλη, η οποία στο μεταξύ είχε παντρευτεί. Η Πολυδούρη του προτείνει να παντρευτούν, παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη. Το 1924 ταξίδεψε στο εξωτερικό και επισκέφθηκε την Ιταλία και τη Γερμανία. Το Δεκέμβριο του 1927 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του, με τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες».


Το Φεβρουαρίου του 1928 αποσπάστηκε στην Πάτρα και λίγο αργότερα στην Πρέβεζα. Η αλληλογραφία του με συγγενείς του την περίοδο αυτή αναδεικνύει την απόγνωση του Καρυωτάκη για την επαρχιακή ζωή και τη μικρότητα της τοπικής κοινωνίας. Στις 20 Ιουλίου πήγε στο Μονολίθι και αποπειράθηκε επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, προσπαθώντας μάταια να πνιγεί. Την επόμενη μέρα (21 Ιουλίου) αγόρασε ένα περίστροφο κι επισκέφτηκε ένα καφενείο της Πρέβεζας. Αφού πέρασε λίγες ώρες μόνος του καπνίζοντας, πήγε σε μια παρακείμενη παραλία, τον Άγιο Σπυρίδωνα και έθεσε τέλος στη ζωή του κάτω από έναν ευκάλυπτο. Στην τσέπη του η αστυνομία βρήκε ένα σημείωμα, που εξηγούσε τους λόγους της αυτοκτονίας του:
Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. 
Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. 
Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

[Υ.Γ.] 
Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Εκτός από το ποιητικό του έργο, ο Καρυωτάκης έγραψε επίσης πεζά, ενώ μας άφησε και μεταφράσεις ξένων λογοτεχνών. Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει συνθέτες και συγκροτήματα, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, τα «Υπόγεια Ρεύματα», η Λένα Πλάτωνος, ο Μίμης Πλέσσας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιάννης Γλέζος και ο Νίκος Ξυδάκης.
Η ποίηση του Καρυωτάκη δεν έχει ίχνος φιλολογίας, αισθηματισμού και φιλαρέσκειας, που υπάρχει σε αφθονία στους παλιότερους ποιητές. Αποπνέει την αίσθηση του μάταιου, του χαμένου, η στάση του είναι αντιηρωική και αντιδανική. Ο Καρυωτάκης γράφει ποιήματα για το άδοξο, το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, ως διαμαρτυρία, που φθάνει στο σαρκασμό.


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

Gala
[Είμαστε Κάτι…]
Άνοιξη
Δημόσιοι Υπάλληλοι
Δον Κιχώτες
Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο
Η Πεδιάς και το Νεκροταφείον
Θάνατοι
Ιδανικοί Αυτόχειρες
Κυριακή
Μικρή Ασυμφωνία εις Α Μείζον
Μόνο
Μπαλάντα στους Άδοξους Ποιητές των Αιώνων
Ο Μιχαλιός
Πρέβεζα
Σε παλαιό συμφοιτητή
Ύπνος
Ωχρά Σπειροχαίτη


ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΟ
Η ιστορία του επωνύμου "Καρυωτάκης-Καρυωτάκη"

____________

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017